Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Γηράσκω αεί διδασκόμενος


Πολλές φορές θυμάμαι πως ήμουν παιδί, πάντα όπως όλα τα παιδιά ήθελα να μεγαλώσω, και να που μεγάλωσα (ηλικιακά), μέσα μου όμως νιώθω ακόμα παιδί και αυτό το καταλαβαίνω όταν βρίσκομαι στο σχολείο, στο δικό μου περιβάλλον. Από τότε που άρχισα να κάνω μάθημα στα παιδιά αρχίζω να βλέπω αλλιώς τα πράγματα. Προσπαθώ πάντα να τους δείχνω πως πρέπει να είναι σοβαρά, μετρημένα, καλά παιδιά, να κάνουν πάντα αυτο που τους λέω, να είναι υπάκουα και φρόνιμα, να μη μαλώνουν ποτέ το ένα με το άλλο, όταν όμως κάνουν "διαολιές", εγώ τρελένομαι, τα κοιτάω με ένα αυστηρό βλέμμα, όμως μέσα μου θέλω να γελάσω και να συμμετέχω κι εγώ αλλά... "δεν πρέπει".

Τα παιδιά είναι πολύ πιο έξυπνα απ ότι εμείς οι "μεγάλοι" νομίζουμε, αλλά είναι ακόμη αθώα κι αυτό είναι το σημαντικό. Είναι σχεδόν απίθανο να συνδυαστεί η εξυπνάδα και η λογική με την αθωότητα. Το τίμημα του να γίνεσαι όλο και περισσότερο έξυπνος είναι να γίνεσαι όλο και λιγότερο αθώος. Έτσι είναι δυστυχώς για να υπάρχει ισορροπία. Όμως αυτά τα πλασματάκια κάθε μέρα με εκπλήσουν.

Εγώ λοιπόν τους δίνω γνώση, κι αυτά μου δίνουν αθωότητα, είναι μια σχέση ξεχωριστή που μόνο κάποιος που είναι κοντά σε μικρά παιδιά μπορεί να την καταλάβει. Κάθε μεσημέρι όταν το κουδούνι χτυπάει για μέσα, βλέποντας τόσα ματάκια να με κοιτάζουν, ξεχνάω τη μιζέρια και την κακομοιριά αυτού του κόσμου, ξεχνάω την δυστυχία, τους άδικους πολέμους, την κακία, το συμφέρον, την αλαζονία, τη δίψα για χρήματα ( χαρτάκια ) , τον ξεπεσμό. Το να είμαι μαζί τους σε μια αίθουσα είναι σαν να πηγαίνω μια βόλτα στη θάλασσα, έναν περίπατο σε ένα καταπράσινο δάσος, σα να κόβω λουλούδια από έναν τεράστιο μυστικό κήπο, σα να ερωτεύομαι, σα να αγαπάω.

Τα παιδιά μου λένε λοιπόν πως πρέπει να είμαι αληθινή, να μη φοβάμαι να δείξω σε κάποιον ότι τον αγαπάω, ότι τον έχω ανάγκη για να το παίξω "δύσκολη", να είναι η κάθε μου μέρα ένα παιχνίδι με γέλιο αλλά και κλάμα, να κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια και να μη φοβάμαι να τους πω την αλήθεια, ακόμα κι αν είναι σκληρή, να μην είμαι πάντα υπάκουη, να χαμογελάω συνέχεια ακόμα κι αν δεν βγάζω 3000 Ευρώ το μήνα, να μην τρώω όλο το φαγητό μου, να ενθουσιάζομαι με τα μικρά πράγματα, να βαριέμαι τις πολιτικές συζητήσεις, να εξαρτώμαι από τους ανθρώπους που αγαπώ, να κλαίω όταν δε μ' αγκαλιάζουν, να σιχαίνομαι τα συγγενικά φιλιά :) , να μην καταλαβαίνω τα "πρέπει", να ξυπνάω νωρίς την Κυριακή όχι για να πάω στη δουλειά αλλά για να ζήσω, να λέω πάντα ότι μου έρχεται στο μυαλό χωρίς να με ενδιαφέρει αν θα πω βλακεία, να πιστεύω ότι υπάρχει Άϊ Βασίλης, να μη θέλω να ξυπνήσω τη Δευτέρα "5 λεπτά ακόμα Μαμά, μόνο 5 λεπτά στο υπόσχομαι", να μη σκέφτομαι το θάνατο, να λέω Σ ΑΓΑΠΩ με το παραμικρό και τόσα άλλα....


Έχουν τόσα πολλά ακόμα να μου μάθουν, όμως όσο περνάει ο καιρός ένα πράγμα έχω καταλάβει. Όσο υπάρχουν αυτά τα ματάκια, και αυτά τα αθώα χαμόγελα , ο κόσμος αυτός ίσως να έχει μια ελπίδα.
Σας αγαπώ παιδιά...

Ξύπνα γιαγιά...

Η ρουτίνα είναι μια κατάσταση στην οποία πιστεύουμε ότι τίποτα από όσα περιέχει δε μπορεί να αλλάξει έτσι ξαφνικά και τίποτα δε μπορεί να ανατραπεί. Η δική μου ρουτίνα είναι πολύ κοινή. Ξυπνάω, τρώω πρωινό, πάω στη δουλειά, γυρνάω σπίτι, ξεκουράζομαι,βγαίνω, βλέπω και μιλάω με αγαπημένα πρόσωπα πιστεύοντας ότι τίποτα από αυτά δε μπορεί να αλλάξει όσο εγώ το επιθυμώ, τίποτα δε μπορεί να μου στερήσει αυτές τις στιγμές παρά μόνο η δική μου η θέληση. Μέσα σε αυτή τη ρουτίνα ήξερα ότι όποτε γυρίζω σπίτι, μόλις μπω στη σκάλα στο παράθυρο θα δω πάντα τη γιαγιά να βλέπει τηλεόραση και να μιλάει με τη μάνα μου και τα αδέρφια της. Αύριο το πρωί που θα βγω από το σπίτι, το παράθυρο θα είναι κλειστό, το σπίτι κρύο , σκοτεινό και άδειο, δε θα ακούσω καμία γειτόνισσα να φωνάζει "Καλημέρα κερά Στέλλα" , η μάνα μου δε θα έχει κατέβει κάτω για καφέ, θα είναι ακόμα σπίτι και δεν ξέρω τι θα κάνει. Η δική της ρουτίνα από αύριο θα είναι ένα παρελθόν. Τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο. Ο χρόνος όμως ελπίζω να τη βοηθήσει να φτιάξει μια νέα ρουτίνα.


Η γιαγιά συχνά πήγαινε στο νοσοκομείο λόγω της καρδιάς της, αλλά πάντα το ξεπερνούσε. Έτσι νόμιζα και αυτή τη φορά. Όταν άκουσα τα ξημερώματα το ασθενοφόρο, άνοιξα το παράθυρο, είδα να τη βάζουν μέσα πιστεύοντας ότι όπως πάντα θα γυρίσει πάλι πίσω. Τελικά γύρισε αλλά αυτή τη φορά δεν τη δεχτήκαμε με χαμόγελο αλλά με κλάμα, ήρθε να της πούμε αντίο και μετά να φύγει για πάντα.

Όταν η γιαγιά ζούσε θυμάμαι που μας έλεγε " Άμα πεθάνω να μην κλαίτε γιατί είμαι γριά" . Γιαγιάκα μου, σ ευχαριστώ για όλες τις στιγμές που μοιράστηκες μαζί μου, για κάθε σου ρουτίνα που ήθελε μέσα κι εμένα, για όλες τις αγκαλιές και τα φιλιά που μου έδινες όταν με έβλεπες, για κάθε σου χαμόγελο στην ευτυχία μου, για κάθε σου δάκρυ στη λύπη μου, για όλες τις ιστορίες που μας έχεις πει , κι ας είχες πει την κάθε μία πάνω από 10 φορές, εμείς κάναμε σα να την ακούμε για πρώτη φορά.


Γιαγιάκα μου συγνώμη για κάποιες στιγμές που δε μοιράστηκα μαζί σου, για τη δική μου ρουτίνα που καμιά φορά ήταν τόσο πιεσμένη και με έκανε να σε ξεχνάω, όμως δεν ξέχασα ποτέ να σ αγαπώ και το ξέρεις. Θα θελα να γυρίσω το χρόνο πίσω για να σου πω πόσο σ αγαπάω. Δεν το λέω εύκολα σε κανέναν. Δε θυμάμαι να στο είπα ποτέ...Στο είπα? Δε στο είπα γιαγιά...Γιατί όμως , αφού το ένιωθα?

Θα μου λείψες γιαγιά...

Φθινοπωρινή αμμουδιά


Κι όπως μόνη μου κάθομαι στην αμμουδιά
κι απέναντι μου το τεράστιο θαλασσί
βλέπω τη σκέψη μου να τρέχει μακρυά
εκεί που εσύ χώρια μου βρίσκεσαι

Άραγε πόση απ τη σκέψη μου μπορεί να σε αγγίξει
και πόσο ακόμα η σκέψη αυτή μπορεί να ταξιδεύει;
πάνω από αυτή τη θάλασσα που χρόνια μας χωρίζει
μια θάλασσα ατελείωτη, μια θάλασσα θλιμμένη...